Έστω και λίγο ετεροχρονισμένα είδα αυτές τις μέρες σε θερινο σινεμά την ταινία που σάρωσε στο Φεστιβάλ των Καννών το 2008 αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα. Ο λόγος γίνεται για την γαλλική ταινία του Laurent Cantet με τον τίτλο Ανάμεσα στους τοίχουςκαι ο προβληματισμός μου επικεντρώνεται στο γιατί μια τέτοια ταινία να αποσπάσει μια τέτοια μεγάλη διάκριση. Όχι ότι η ταινία δεν είναι αξιόλογη, κάθε άλλο: έχει δυνατές ερμηνείες, μεγάλη ρεαλιστικότητα και ένα επίκαιρο θέμα όπως αυτό της παιδείας. Αλλά πέρα από την εκπαιδευτική κοινότητα που σαφώς θα ενδιαφέρει περισσότερο, για τους υπόλοιπους όπως εγώ υπήρχαν σημεία όπου η ταινία κούραζε με την μονότονη σκηνοθεσία, προδίδοντας τια αδυμανίες της. Ίσως τελικά να μην ήταν η πιο επιτυχημένη επιλογή για θερινό σινεμά, με την σκοτεινή κλειστή αίθουσα να της ταίριαζε περισσότερο.
Για όσους θέλουν να διαβάσουν το βιβλίο στο οποίο στηρίζεται η ταινία κυκλοφορεί στην χώρα μας από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Το πρώτο στοιχείο που με προσέλκυσε στην σύντομη νουβέλα του Καλφόπουλου ήταν σαφώς η ιστορική και πολύ όμορφη πρωτεύουσα της Ουγγαρίας, η Βουδαπέστη, που έχει τύχει να επισκεφτώ αρκετές φορές και που πιστεύω ότι αποτελεί ένα υπαίθριο μουσείο. Βασική πρωταγωνίστρια, είναι το ιδανικό σκηνικό για την ιστορία που στήνει ο συγγραφέας και αυτή διαπνέεται από μια νουάρ ατμόσφαιρα, που είναι πανταχού παρούσα στην αφήγηση. Ο χρόνος που διαδραματίζεται η υπόθεση, δηλαδή το 1989, λίγο πριν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ήταν ακόμα ένας λόγος για να διαβάσω το σύντομο βιβλίο (μόλις 120 σελίδες μικρού σχήματος) του Καλφόπουλου, που όμως ήταν απολαυστικό.
Ο ήρωας και αφηγητής, θα λέγαμε ότι αποτελεί το λογοτεχνικό alter-ego του συγγραφέα. Δημοσιογράφος στο επάγγελμα καταφθάνει στην Βουδαπέστη τον Αύγουστο του 1989 για να παραστεί σε ένα συνέδριο και να συνεχίσει κατόπιν τις διακοπές του. Την πρωτεύουσα της Ουγγαρίας φαίνεται ότι την γνωρίζει πολύ καλά, αφού εκεί πραγματοποίησε παλαιότερα έρευνες συγκεντρώνοντας υλικό για τους πρόσφυγες του Εμφυλίου. Σε ένα παραδοσιακό καφέ της Πέστης (της μια πλευράς της Βουδαπέστης), στο Καφέ Λούκατς θα γνωρίσει μια ώριμη αριστοκρατική κυρία, που θα τον σαγηνεύσει και μετά από ατελείωτες συζητήσεις για λογοτεχνία, και μουσική θα καταλήξει στο σπίτι της όπου θα περάσει μια αξέχαστη, αισθησιακή νύχτα, βγαλμένη από παλαιότερες εποχές. Αυτή θα είναι και η τελευταία νύχτα που θα δει την μυστηριώδη γυναίκα, αφού την επόμενη μέρα μαθαίνει ότι είναι νεκρή. Ένα γράμμα που θα φτάσει στα χέρια του, με ένα αινιγματικό ποίημα καθώς επίσης και άλλοι δύο φόνοι θα οξύνουν το μυστήριο για το τι ακριβώς συμβαίνει και ποίος ή ποίοι κρύβονται πίσω από αυτά τα γεγονότα που θα μείνουν ανεξήγητα για τον ήρωα μέχρι το τέλος.
Το μεγάλο προτέρημα του Καφέ Λούκατς είναι η επιβλητική ατμόσφαιρα που από τις πρώτες σελίδες, έρχεται και σκεπάζει τον αναγνώστη όπως μια πυκνή ομίχλη. Βγαλμένη από άλλες εποχές, που σ΄ αυτό συντελεί οπωσδήποτε η Βουδαπέστη παίζει κυρίαρχο ρόλο στο βιβλίο του Καλφόπουλου και ντύνει κάθε κίνηση των ηρώων του. Χωρίς πλατειασμούς και εντυπωσιασμούς, αλλά με αρκετές αναφορές και νύξεις στο νουάρ, με έντονη νοσταλγία και ίχνη ρομαντισμού το Καφέ Λούκατς διαβάζεται σ’ ένα απόγευμα ή κατά τη διάρκεια ενός σύντομου ταξιδιού. Απόλυτα σαγηνευτικό με κέρδισε από την πρώτη στιγμή.
Με αφορμή την σημερινή μέρα, που αυτομάτως σημαίνει και την έναρξη της απαγόρευσης του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους στην Ελλάδα παραθέτουμε πιο κάτω αποφθέγματα σχετικά με το κάπνισμα και το τσιγάρο που έμειναν στην ιστορία:
Αν τελικά κόψεις το τσιγάρο, το ποτό και τον έρωτα δε ζείς περισσότερο, απλώς φαίνεται περισσότερο. (Clement Freud)
Το να κόψεις το τσιγάρο είναι το πιο εύκολο πράγμα. Εγώ το είχα κόψει τουλάχιστον πενήντα φορές. (Mark Twain)
Έχω διαβάσει τόσα πολλά γύρω από το κάπνισμα και το ποτό που αποφάσισα να κόψω το κάπνισμα.(Αρκάς)
Το κάπνισμα σου επιτρέπει να πιστεύεις πως κάτι κάνεις, παρ’ όλο που δεν κάνεις τίποτε.(Ράλφ Ουάλντο Έμερσον)
Αρχίζεις να καπνίζεις για να αποδείξεις ότι είσαι άνδρας. Μετά προσπαθείς ν’ αφήσεις το κάπνισμα για ν’ αποδείξεις ότι είσαι άνδρας.(Ζωρζ Σιμενόν)
Το κάπνισμα προκαλεί σοβαρές στατιστικές.(Fletcher Knebel)
και μια σχετική βιβλιογραφία που μπορείτε να βρείτε στα βιβλιοπωλεία:
Σε ορισμένα από τα albums που θεωρώ αξιοπρόσεκτα μέχρι τώρα για τη χρονιά, με κάλυψε ήδη ο sid4 με το χθεσινό του post, όπως άλλωστε κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη δική μου λίστα που σίγουρα περιέχει κι αυτή κάποιες κοινές επιλογές. Δεν πρόκειται για ένα album ανά μήνα! Τυχαία προέκυψαν 6 και τα τοποθέτησα κατά αλφαβητική σειρά:
Η αρμονία, η μελωδία και η ατμόσφαιρα (…θα μπορούσαν να είναι τα ονόματα των μελών του γυναικείου τρίο από το Brooklyn!) επέστρεψαν! Αν το είχα σε βινύλιο θα είχε λιώσει στο σημείο του “All Or Nothing”!
4ος και καλύτερος δίσκος για το καναδέζικο συγκρότημα. Χάρη στα υπέροχα “Help I’m Alive”, “Sick Muse” και “Gimme Sympathy” (με τον φοβερό στίχο: Come on, baby, play me a song, like “Here Comes the Sun”) έχουν όλα τα φόντα να γίνουν ευρύτερα γνωστοί.
Το πρόσφατο live τους στο Gagarin επιβεβαίωσε τις φήμες περί μιας καυτής νέας indie μπάντας και έκανε τους περισσότερους από εμάς να αναπολούμε πώς είναι ένας “teenager in love”…!
Με τη βοήθεια του Steve Osborne για μια ακόμα φορά στην παραγωγή, μας παρέδωσαν φέτος την πιο ώριμη δουλειά τους και – κυρίως – ένα album που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος!
Η καλύτερή τους σύνθεση βρίσκεται μέσα εδώ (“Sit Down by the Fire”). Το σχήμα του Finn Andrews δείχνει να γίνεται όλο και καλύτερο από album σε album. Έπεσαν κι αυτοί θύματα των φετινών αναβολών, αλλά η 25η Σεπτεμβρίου δεν είναι πολύ μακριά…
Από τους πιτσιρικάδες που δείχνουν ότι η σπίθα τους μπορεί να έχει διάρκεια, αν κρίνουμε και από τη συνεπή εμφάνισή τους στο φετινό Ejekt. Keep on runnin’ guys!
Μέσα στους πρώτους έξι μήνες του 2009 κυκλοφόρησαν πολλά album από νέα και παλαιότερα σχήματα, δουλειές πρωτότυπες (στο μέτρο του δυνατού) ευχάριστες, ευφάνταστες αλλά και αρκετές αδιάφορες. Η πληθώρα των νέων κυκλοφοριών ήταν τέτοια που σίγουρα είναι αδύνατον κανείς να ακούσει ένα σεβαστο αριθμό. Παρακάτω θα βρείτε μια λίστα με επιλογές του Sid4 απ’ ότι πρόλαβε να ακούσει και ότι βέβαια έχει κολλήσει στο mp4 του. Η σείρα εμφάνισης είναι τελείως τυχαία:
Άσχετα από το τί έκανε στην προσωπική του ζωή και από τον βαθμό στον οποίο με είχε αγγίξει με τη μουσική του, θεωρώ το κενό που άφησε δυσαναπλήρωτο. Όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους άλλωστε.
Ένας ελάχιστος φόρος τιμής στο κεφάλαιο της μουσικής που λεγόταν Michael Jackson, μέσω της ανατριχιαστικής διασκευής του Chris Cornellστο “Billie Jean“… Αν μη τι άλλο ο βασιλιάς της pop ήταν αποδεκτός από όλους τους τύπους των μουσικόφιλων, κι αυτό ήταν το μεγαλείο του.