Γιατί ευτυχία, έλεγε μέσα του, δεν σημαίνει να σ’ αγαπούν οι άλλοι· αυτό είναι μια αηδιαστική ματαιόδοξη ικανοποίηση. Ευτυχία σημαίνει ν’ αγαπάς έχοντας ίσως μερικά μικρά, απατηλά πλησιάσματα με το αντικείμενο της αγάπης σου. Κι έγραψε αυτές στο μυαλό του, τις δούλεψε μέσα του και τις ένιωσε μέχρι το βάθος τους.
Δόθηκε τελείως στη δύναμη που του φαινόταν σαν η σπουδαιότερη πάνω στη γη, που αισθανόταν προορισμένος να υπηρετήσει και που του υποσχόταν τιμές και δόξες, στη δύναμη του πνεύματος και του λόγου, που κάθεται χαμογελαστή σ’ ένα θρόνο πάνω από την ανυποψίαστη και σιωπηλή ζωή. Της δόθηκε με το νεανικό του πάθος κι εκείνη του χάρισε όλα όσα μπορεί να χαρίσει, παίρνοντας πίσω με τρόπο αδυσώπητο όλα όσα συνηθίζει να παίρνει σ’ αντάλλαγμα.
Θαυμάζω τους περήφανους και τους ψυχρούς, που περιπλανιούνται στα μονοπάτια της μεγάλης, της δαιμονικής ομορφιάς, περιφρονώντας τον «άνθρωπο» -όμως δεν τους ζηλεύω. Γιατί, αν υπάρχει κάτι ικανό να μεταμορφώσει έναν άνθρωπο των γραμμάτων σε ποιητή, είναι ακριβώς αυτή η αστική μου αγάπη για τ’ ανθρώπινα, τα ζωντανά και τα κοινά. Όλη η ζεστασιά, η καλοσύνη και το χιούμορ απ’ αυτήν πηγάζουν, και μπορώ να πω πως πρόκειται σχεδόν για την ίδια εκείνη αγάπη που διαβάζουμε στις γραφές, πως δίχως αυτήν μακάρι να μιλάς κι όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, δε θα ‘σαι παρά χαλκός ήχων και κύμβαλον αλαλάζον.
Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης
Εκδόσεις: Ύψιλον, 1985
Αρχειοθετήθηκε ως : Βιβλία, Θραύσματα βιβλίων

