Παλαιότερα θεωρούσα ότι οι άνθρωποι κοιτάζουν ο ένας τον άλλον γιατί ολοένα φοβούνται τον ερχομό κακών ειδήσεων. Αργότερα πίστευα ότι με το να κοιτάζονται ψάχνουν λέξεις που να εκφράζουν το παράδοξο της ζωής. Γιατί αυτό το παράδοξο, παραμένει πάντα αόρατο. Σήμερα δεν σκέφτομαι σχεδόν τίποτα, κοιτάζω γύρω μου. Ψεύδομαι, όπως καταλαβαίνετε. Γιατί δεν γίνεται να τριγυρνάς στους δρόμους χωρίς να σκέφτεσαι κάτι. Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι τι ωραία που θα ‘ταν αν ξαφνικά οι άνθρωποι γινόντουσαν και πάλι φτωχοί. Και μάλιστα όλοι, και όλοι μεμιάς. Τι ωραία που θα ‘ταν αν μπορούσα να τους δω χωρίς να φορούν γυαλιά ηλίου, χωρίς τις τσάντες τους, τα κράνη, τα αγωνιστικά ποδήλατα, χωρίς τα σκυλιά ράτσας, τα πατίνια τους, τα ακριβά τους ρολόγια. Θα ‘πρεπε, για μισή ώρα τουλάχιστον, να μη σκεπάζει τίποτα το σαρκίο τους παρά μόνο μερικά κουρέλια, σαν εκείνα που σκέπαζαν το σαρκίο τους χρόνια πριν.
Μετάφραση: Βίκυ Βολιώτη
Εκδόσεις: Καστανιώτη, 2005
Filed under: Βιβλία,Θραύσματα βιβλίων

