Eugene Ionesco – Ο Μοναχικός

Είχα μπροστά μου ολόκληρη την εβδομάδα, την κουβαλούσα στους ώμους μου όπως ο Άτλας την οικουμένη. Το βράδυ της Δευτέρας απαλλασσόμουν από το ένα έκτο του φορτίου μου. Μέρα με τη μέρα γινόταν ελαφρύτερο. Το απόγευμα της Παρασκευής ήμουν, αν μπορεί να το πει κανείς ευτυχισμένος. Έμενε ακόμη το πρωινό του Σαββάτου, αλλά από το μεσημέρι και μετά ήμασταν ελεύθεροι. Έτρωγα ένα πλούσιο γεύμα και περνούσα όλο το απόγευμα στο κρεβάτι μου, αλλά από το βράδυ του Σαββάτου άρχιζε η αγωνία γιατί τώρα μόνο η Κυριακή με χώριζε από την οδυνηρή Δευτέρα. Αν η Κυριακή ήταν η πιο βαριά και φορτωμένη μέρα της εβδομάδας, η Κυριακή ήταν η πιο άδεια.

 

Ένιωσα κάτι που έμοιαζε με χαρά. Κάνω συχνά αυτές τις κινήσεις προς τη χαρά, μικρά άλματα προς την ευτυχία, αλλά χωρίς να βάζω τα δυνατά μου, χωρίς φόρα, οπότε αυτά τα σκιρτήματα δεν οδηγούν πουθενά.

 

Το βλέπετε, έχω και καλές στιγμές. Μόνο που τούτες περνούν γρήγορα. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να τις διευρύνω, να τις κάνω να διαρκούν περισσότερο. Υπάρχουν ξεσπάσματα χαράς αγαλλίασης. Μα με το που έρχονται φεύγουν. Αν όμως υπάρχουν αυτά τα ξεσπάσματα, τότε πρέπει να υπάρχει και μια ανεξάντλητη πηγή, ένα πηγάδι, ίσως και μια λίμνη τριγυρισμένη από λευκά βουνά που ο ήλιος βάφει χρυσαφένιες τις πλαγιές τους και που λάμπουν κάτω από το φως ενός εσωτερικού παραδείσου. Κάπου πρέπει να υπάρχει.

 

Βρισκόμουν στα σύνορα του κόσμου. Μπροστά μου, η απύθμενη τρύπα του αδημιούργητου. Πίσω μου, το σύμπαν που με έσπρωχνε στην άβυσσο μ’ όλο του το βάρος. Τι ίλιγγος! Ήθελα να κάνω πίσω. Φοβόμουν να κουνηθώ. Ένα βήμα μπρος και θα έπεφτα· θα με παρέσυρε, θα με κατάπινε, θα με διέλυε το τίποτα. Έκλεισα τα μάτια, άλλα το μόνο που έγινε ήταν να ενταθεί ο ίλιγγος και η ναυτία. Ο κόσμος γύριζε ανάποδα. Ήταν πολύ βαρύς ή το αντίθετο; Μπορούσε να εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Ή να με συντρίψει με το βάρος του. Κι εκεί, ανάμεσα στο κενό και το πλήρες, σωριάστηκα στο έδαφος. Με βοήθησαν να σηκωθώ. Ο δρόμος ήταν πάντα στη θέση του, με τους ίδιους περαστικούς, με τα ίδια σπίτια. Άγγιξα το δυνατό μπράτσο ενός νεαρού. Υπήρχε, υπήρχα κι εγώ. 

 

Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

Εκδόσεις: Ηλέκτρα, 2006

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s