Συνέντευξη: Κώστας Καλφόπουλος

Με αφορμή την έκδοσή του Καφέ Λούκατς, μιας εξαιρετικά ατμοσφαιρικής νουβέλας, που αναφερθήκαμε εκτενώς σε προηγούμενο post, το human traFFFic εντόπισε τον συγγραφέα Κώστα Καλφόπουλο και αυτός με την σειρά του απάντησε πρόσχαρα στις ερωτήσεις του Σιδέρη Ντιούδη:

 Giardino1[1]

Η υπόθεση του βιβλίου σας διαδραματίζεται στην Βουδαπέστη. Ποιος ο λόγος που επιλέξατε την πρωτεύουσα της Ουγγαρίας για το στήσιμο της πλοκής;

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σάς ευχαριστήσω που μπήκατε σε διπλό κόπο, στην ανάγνωση και τη συνέντευξη, και να ευχηθώ σε σάς και στο site «καλή συνέχεια». Όσον αφορά τη Βουδαπέστη, οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά ο κύριος, που ούτως ή άλλως αναφέρεται και στο βιβλίο, είναι η (υπαρκτή) τάση φυγής και μία διάθεση απόδρασης, με όχημα τη λογοτεχνία, από την «ελληνική μιζέρια». Επί πλέον, η Βουδαπέστη ενδείκνυται ως «σημείο φυγής»: αίγλη και παρακμή, Μαγυάροι και Έλληνες (έμποροι και πολιτικοί πρόσφυγες), πόλη της φιλοσοφίας, της μουσικής και του ποδοσφαίρου, και, όπως όλες οι ευρωπαϊκές μητροπόλεις, με εξαιρετική πολεοδομική ιστορία, ταυτόχρονα ατμοσφαιρική, για όσους την γνώρισαν πέρα από εκδρομές «Βιέννη-Βουδαπέστη-Πράγα». Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στα ΝΕΑ, πιστεύω, ότι έδωσε με τη σειρά του επαρκείς εξηγήσεις και, κυρίως, γιατί δεν θα μπορούσε να διαδραματίζεται στην Αθήνα. Με ενδιέφερε επίσης και το ιστορικό βάθος: ένας «μεικτός» σοσιαλισμός σε μεταβατική περίοδο, η γερμανόφωνη παιδεία, και το ζήτημα του Ουγγρικού ολοκαυτώματος, παντελώς άγνωστο στη χώρα μας, το οποίο επανήλθε μάλιστα στην επικαιρότητα, με το ζήτημα του (εικαζόμενου) θανάτου του Άριμπερτ Χάιμ στην Αίγυπτο. Φυσικά, δεν θα μπορούσα να έγραφα για την πόλη, αν την είχα επισκεφθεί σαν απλός τουρίστας.

 

Αποτελεί ο ήρωας κατά κάποιο τρόπο το λογοτεχνικό σας alterego;

Κανένας ήρωας δεν είναι «λογοτεχνικό alter ego» του συγγραφέα ούτε «μεταφέρει αυτοβιογραφικές αποσκευές». «Αυτοβιογραφικά» λογίζονται μόνο όταν εντάσσονται στο είδος της βιογραφίας ή της αυτοβιογραφίας. Βεβαίως, η ερώτησή σας δεν είναι «άστοχη», πράγματι, σε κάθε λογοτεχνικό έργο υπάρχουν στοιχεία της καθημερινότητας ή του παρελθόντος του συγγραφέα, αλλά αυτό δεν είναι ο «κινητήριος μοχλός» του έργου ούτε και σκοπός του συγγραφέα. Το κύριο μέλημά μου ήταν να περιγράψω, να «δημιουργήσω» έναν αφηγητή, που να μην είναι ούτε «ήρωας», στο στυλ του tough guy, αλλά ούτε και «αντιήρωας», δύο είδη που τα γνωρίζουμε από τον κινηματογράφο (Χ. Μπόγκαρντ, Τζ. Κάγκνεϋ, Ρ. Μήτσαμ κ.ά.), και τα οποία στηρίζονται στους αμερικανούς κλασσικούς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Μ’ ενδιέφερε, επί πλέον, να «ανατρέψω» το κλισέ της «μοιραίας γυναίκας» (femme fatale), όπως το ξέρουμε κυρίως από το Χόλυγουντ, που έχει δώσει, πάντως, εξαιρετικά «πρότυπα».

 

Φαίνεται απ’ την noir ατμόσφαιρα που υπάρχει διάχυτη στο βιβλίο ότι είστε λάτρης αυτού του λογοτεχνικού είδους. Ποιους συγγραφείς θεωρείται «δασκάλους» και σε ποια βιβλία επιστρέφετε;

Η λέξη-κλειδί είναι η «ατμόσφαιρα», κι εσείς την περιγράψατε εξαιρετικά, σαν «μια πυκνή ομίχλη». Αν συζητούσαμε «πρόσωπο με πρόσωπο», θα χαμογελούσα αμήχανα στο άκουσμα της λέξης «λάτρης», καθώς παραπέμπει συνειρμικά στην τέχνη, το καλό κρασί, το ωραίο φύλο, που κι αυτά ασκούν γοητεία. Να υπενθυμίσω μόνο, ότι η αστυνομική λογοτεχνία στη χώρα μας ήταν για πολλές δεκαετίες «υποτιμημένη», θεωρείτο «παρακατιανή», μέχρις ότου, χάρις στους «επιγόνους του Γιάννη Μαρή» (Μάρκαρης, Φιλίππου, Αποστολίδης κ.ά.), αποκαταστάθηκε στην υπόληψη των εκδοτών και των αναγνωστών, ως συνήθως με τη γνωστή νεοελληνική (καθ)υστέρηση. Με τον Πέτρο Μάρκαρη, μάλιστα, έγινε και διεθνώς γνωστή. Θα απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης, που το θεωρώ πιο εύστοχο, διότι, πράγματι, «επιστρέφουμε» σε βιβλία και συγγραφείς, χωρίς να θέλω να παραθέσω έναν «λογοτεχνικό κανόνα»: στα «αστυνομικά διηγήματα» του Πόε, στα βιβλία του Σιμενόν (Maigret και non-Maigret) και της Χάισμιθ, στα έργα του Άμπλερ και του Γκρην (απαράμιλλος στον Τρίτο άνθρωπο), στον Μανσέττ, στον Μαρή, τον «έλληνα Σιμενόν», βεβαίως, και σε πολλά άλλα, που χωράνε στη βιβλιοθήκη, αλλά όχι σε μία συνέντευξη.

 xarths

 Είστε ευχαριστημένος από την υποδοχή του βιβλίου σας από τους αναγνώστες; Πιστεύετε ότι ταιριάζει στον Έλληνα αναγνώστη η noir λογοτεχνία;

Το πρώτο σκέλος της ερώτησης θα μείνει, φοβάμαι, αναπάντητο, και σε σάς και σε μένα. Εξ άλλου, ένα βιβλίο, είναι σαν «ένα βότσαλο στη λίμνη», άλλοι μετράνε τον αριθμό των αναπηδήσεων στην επιφάνεια κι άλλοι το εντοπίζουν αργότερα στον βυθό. Προσωπικά, προτιμώ τους δεύτερους. Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρμόδιο να απαντήσω, είναι μια ερώτηση που αφορά περισσότερο τους εκδότες.  Εκτιμώ όμως, ότι αργά, αλλά σταθερά, δημιουργείται ένα νέο αναγνωστικό κοινό, που ξεπερνάει πλέον κλισέ ή θεωρητικές αγκυλώσεις γύρω από το συγκεκριμένο είδος. Ταυτόχρονα, έχω μία μικρή επιφύλαξη στην τάση που αναπτύσσεται διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας, καθώς το αστυνομικό μετατρέπεται σε «όχημα μεταφοράς» κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, στο πλαίσιο μιας νέας στρατευμένης λογοτεχνίας.    

 

Ποιους νέους συγγραφείς ξεχωρίζετε και πέστε μας ορισμένα βιβλία που σας συντροφεύουν τον τελευταίο καιρό;

Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση, για πολλούς και ευνόητους λόγους, και να εξομολογηθώ την «αμαρτία» μου, δεν την καταλαβαίνω όταν τίθεται, ακόμα και σε συγγραφείς με σημαντικό έργο ή ιδιαίτερα σε αυτούς, εξ άλλου, δεν έχω την απαραίτητη εποπτεία επί του θέματος. Θα αναφερθώ, όμως, σε ένα βιβλίο, που το διάβασα πριν από λίγα χρόνια, και μου προξένησε ιδιαίτερη συγκίνηση, Τα γλυκά του κουταλιού, της Ελένης Ζαχαριάδου. Πέντε διηγήματα, «χειροποίητα» και γλυκόπικρα, πραγματικά «γλυκά του κουταλιού». Συνήθως, διαβάζω ξενόγλωσση λογοτεχνία και non fiction και, συχνά, στη διάρκεια των ταξιδιών, κυρίως προς Γερμανία μεριά. Πρόσφατα, ξαναδιάβασα τα Χρονογραφήματα του Νίκου Τσιφόρου, ένα χιούμορ κι ένας σαρκασμός που λείπει πια από τη χώρα, μία εξαιρετική νουβέλα, Το θύμα και η σκιά του, του Ιάπωνα Ράνμπο Εντογκάουα, ένα «αστυνομικό μπονζάι», θα το χαρακτήριζα, κι ένα noir του νέου γάλλου συγγραφέα Tanguy Viel, που θυμίζει Μελβίλλ και Βερνεϊγ.

Το Καφέ Λούκατς αποτελεί το πρώτο σας μυθιστόρημα μετά από μια σειρά δοκίμια. Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτή την εποχή;

Επιτρέψτε μου τη διόρθωση: το Καφέ Λούκατς είναι μία νουβέλα, αυτό σημαίνει ότι υπόκειται σε κάποιους κανόνες που δεν συσχετίζονται άμεσα με το μυθιστόρημα. Πρόκειται για ένα ξεχασμένο και υποτιμημένο, από συγγραφείς και εκδότες, είδος στην Ελλάδα, που όμως επιστρέφει αργά, αλλά σταθερά. Εξ άλλου, δεν κατανοώ ούτε τη συγγραφική έφεση ούτε τον εκδοτικό πληθωρισμό αναφορικά με το μυθιστόρημα στην Ελλάδα. Κάτι λογοτεχνικό, προς το παρόν όχι. Το πρόβλημα συχνά δεν είναι στο θέμα, ιδέες υπάρχουν πολλές, αλλά στην αναζήτηση της κατάλληλης φόρμας. Σχεδιάζουμε, πάντως, με τον Ηλία Καφάογλου, τον γνωστό δημοσιογράφο, συγγραφέα και λάτρη του αυτοκινήτου, ένα βιβλίο από κοινού για ένα γερμανικό μοντέλο αυτοκινήτου της περιόδου του Wirtschaftswunder. Το αστείο και περίεργο συνάμα είναι, ότι δεν οδηγώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s