Χαρούκι Μουρακάμι: «Θα έσωζα τη γάτα»

Ο μεταφραστής του Haruki Murakami στην Ελλάδα, Βασίλης Κιμούλης είχε την ευγενική καλοσύνη να μας παραχωρήσει το παρακάτω κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή και είναι αφιερωμένο στην ζωή και στο έργο του σπουδαίου Ιάπωνα συγγραφέα. Τον ευχαριστούμε θερμά.

Πολλοί συγγραφείς παίρνουν καλές κριτικές. Μερικοί γράφουν μπεστ σέλερ. Ελάχιστοι όμως γίνονται μύθος. Ο Μουρακάμι έχει πετύχει και τα τρία.

Μεταφραστής, συλλέκτης δίσκων βινυλίου της τζαζ, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, λάτρης των γατών, της βαρελίσιας μπύρας Samuel Adams (Summer Ale) και των γυναικείων… αυτιών, ο Μουρακάμι θεωρείται ο σημαντικότερος μεταπολεμικός διάδοχος των τριών μεγάλων της ιαπωνικής λογοτεχνίας, του Μισίμα, του Καουαμπάτα και του Τανιζάκι. Ως ο διασημότερος Ιάπωνας συγγραφέας στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή, τ’ όνομά του “παίζει” κάθε χρόνο στις υποψηφιότητες για το Νόμπελ λογοτεχνίας, κι ενώ δηλώνει πως είναι “ο τύπος του ανθρώπου που του αρέσει να μένει μόνος”, δημιουργεί “θερμά επεισόδια”, όπως το 2009 στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Ιερουσαλήμ, όπου δήλωσε, ενώ του απένειμαν το βραβείο για την Ελευθερία του Ατόμου στην Κοινωνία, ότι η πολιτική του Ισραήλ, ν’ αρνείται στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα στα πατρογονικά τους εδάφη, είναι άδικη.

Ένας μύθος γεννιέται

Ο Χαρούκι Μουρακάμι γεννήθηκε το 1949 στο Κιότο και μεγάλωσε στο Κόμπε. Σπούδασε λογοτεχνία και αρχαίο ελληνικό θέατρο στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα στο Τόκιο. Το 1974 άνοιξε το τζαζ κλαμπ Peter Cat, αλλά το πούλησε εφτά χρόνια αργότερα, για ν’ αφοσιωθεί στο γράψιμο – αλλά και… στο τρέξιμο, καθώς έχει λάβει μέρος σε περίπου είκοσι πέντε μαραθώνιους σε όλο τον κόσμο. “Ποτέ δεν είχα φιλοδοξίες να γίνω μυθιστοριογράφος”, λέει στο βιβλίο του Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο (από την “Ωκεανίδα”, το 2011). “Απλώς είχα την ισχυρή επιθυμία να γράψω ένα μυθιστόρημα. Καμιά συγκεκριμένη εικόνα τι ήθελα να γράψω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι αν έγραφα κάτι, θα ήταν πειστικό”.

Πράγματι, τα δυο πρώτα μυθιστορήματά του, Hear the wind sing (1979) και Pinball, 1973 (1980), «έπεισαν» αναγνώστες και κριτικούς, και ήταν και τα δυο υποψήφια για το έγκριτο βραβείο Ακουταγκάουα. Από τότε μέχρι σήμερα, μεσολάβησαν άλλα τριάντα περίπου έργα (μυθιστορήματα, διηγήματα, παιδικά, δοκίμια), που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα γλώσσες, αλλά και πολλά βραβεία, ανάμεσά τους το βραβείο για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς Noma (A wild sheep chase, 1982), το Tanizaki (HardBoiled wonderland and the End of the world, 1985) και το Yomiuri (1996) για το Κουρδιστό πουλί. Το τελευταίο του μυθιστόρημα (2009), με τίτλο 1Q84 (φόρος τιμής στο εμβληματικό έργο του Όργουελ, αλλά και λογοπαίγνιο, καθώς το “εννιά” στα ιαπωνικά είναι ομόηχο με το αγγλικό “q”), μια σουρεαλιστική τριλογία για έναν άντρα και μια γυναίκα που αναζητούν ο ένας τον άλλον, πούλησε 1.000.000 αντίτυπα τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του στην Ιαπωνία. (Η αγγλική μετάφραση θα είναι έτοιμη το φθινόπωρο του 2011.) Επιπλέον, έχει μεταφράσει στη γλώσσα του έργα των αγαπημένων του συγγραφέων Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Tρούμαν Kαπότε, Tζον Ίρβινγκ και Pέιμοντ Kάρβερ. «Είναι απλώς ένα χόμπι», λέει, «όχι δουλειά».

Η μαγεία του Μουρακάμι

Ο Μουρακάμι διαθέτει την πιο αλλόκοτα γοητευτική φωνή σε ολόκληρη τη σύγχρονη λογοτεχνία – χαλαρή, φιλική, επιτηδευμένα μειλίχια, ακόμη κι όταν αφηγείται εξωπραγματικές καταστάσεις. Γνωρίζει εξάλλου καλά πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος να κάνεις το εξωπραγματικό να φαίνεται αληθινά εξωπραγματικό, είναι να το περιγράψεις σαν να είναι πραγματικό. Το έργο του βρίθει από σπηλιές, τούνελ και πηγάδια που συνδέουν τα εγκόσμια με το υπερφυσικό. Κι ενώ τα όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας χάνονται μ’ ανησυχητική συχνότητα στα βιβλία του, κατορθώνει να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή. «Όταν γράφω, μπαίνω σ’ έναν πολύ προσωπικό χώρο», λέει ο ίδιος. «Δεν είναι ο πραγματικός κόσμος. Ίσως είναι το ασυνείδητο. Σαν να σκάβω όλο και πιο βαθιά μια τρύπα στη γη και να κατεβαίνω στα σκοτάδια. Εκεί μέσα βλέπω πολλά πράγματα που δεν ανήκουν στον πραγματικό κόσμο – πράγματα μυστικά, σημάδια, σύμβολα, μεταφορές».

Οι άντρες των βιβλίων του αψηφούν τα γιαπωνέζικα στερεότυπα: Είτε εργάζονται είτε όχι, είναι χαλαροί, ικανοί να τεμπελιάζουν επί μέρες φιλοσοφώντας κι ακούγοντας Miles Davis – τουλάχιστον μέχρις ότου στη ζωή τους “εισβάλλει” η Γυναίκα: Γοητευτική, μυστηριώδης, συχνά αυτοκαταστροφική, συνήθως εξαφανίζεται χωρίς ν’ αφήσει ίχνη, ωθώντας τους αρσενικούς ήρωες στην προσωπική τους οδύσσεια. «Όλοι ψάχνουν κάτι σπουδαίο – για τους ίδιους τουλάχιστον», λέει ο Μουρακάμι. «Το σημαντικότερο όμως δεν είναι αυτό που ψάχνουν, αλλά η ίδια η αναζήτηση».

Με το πέμπτο του μυθιστόρημα, το Νορβηγικό δάσος -που η διεθνής κριτική θα υποδεχτεί ως τον νέο Φύλακα στη σίκαλη-, θα γνωρίσει τεράστια εμπορική επιτυχία, πουλώντας περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια αντίτυπα μονάχα στην Ιαπωνία. «Πριν το Νορβηγικό δάσος η ζωή μου ήταν συμπαθητική. Μετά όλα άλλαξαν. Ωστόσο, επέζησα», λέει ο Μουρακάμι, που σ’ αυτό το βιβλίο επιχειρεί για πρώτη φορά να γράψει μια άμεση, απλή, συναισθηματική ιστορία.

Το Νορβηγικό δάσος ολοκληρώνεται στη Ρώμη στις αρχές του 1987. Ο Μουρακάμι έχει εγκατασταθεί εκεί με τη γυναίκα του, Γιόκο, έπειτα από τη μακρά περιπλάνησή τους στη Μεσόγειο: «Ζούσαμε σ’ ένα ελληνικό νησί, έξω από τη Ρόδο, ήταν το τέλειο μέρος για ένα συγγραφέα», θα πει. Και απ’ αυτή την εμπειρία θ’ αντλήσει αργότερα για να στήσει το σκηνικό του Σπούτνικ αγαπημένη (1999), ένα μυθιστόρημα όπου και πάλι μιλάει για την αδυναμία επικοινωνίας και τους αδιέξοδους έρωτες, ενώ οι κριτικοί εντοπίζουν εκλεκτικές συγγένειες με την «Περιπέτεια» του Αντονιόνι .

Το 1990 θα επιστρέψει για δέκα μήνες στην Ιαπωνία. «Οι άνθρωποι τότε πλούτιζαν, το μόνο που άκουγες ήταν ‘χρήμα, χρήμα, χρήμα’». Ακολουθεί νέα διαφυγή κι εγκατάσταση στις ΗΠΑ, όπου, ανάμεσα στ’ άλλα, θα γεννηθεί το μυθιστόρημα, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου (1992), η “ιαπωνική απάντηση στην Καζαμπλάνκα” (εκδ. Ωκεανίδα, σελ.298, τιμή: 14 ευρώ), αλλά και το αριστουργηματικό Κουρδιστό πουλί (1994), ένα ταξίδι αυτογνωσίας στη σύγχρονη Ιαπωνία, που θ’ αυξήσει τη δημοτικότητά του στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, όπου τον θεωρούν πλέον την ασιατική απάντηση στον Τόμας Πίντσον, αλλά όχι και στην πατρίδα του, όπου του καταλογίζουν πως είναι υπερβολικά ποπ και δυτικότροπος. «Οι περισσότεροι κριτικοί στην Ιαπωνία δεν συμπαθούν όσους γράφουν μπεστ σέλερ», θα σχολιάσει ο ίδιος.

Στην Ιαπωνία δεν θα ξαναγυρίσει παρά το 1995, συγκλονισμένος απ’ το διπλό πλήγμα των συμπατριωτών του, τον καταστροφικό σεισμό στο Κόμπε, που άφησε πίσω του περισσότερους από 4.000 νεκρούς και 300.000 άστεγους -ανάμεσα στους οποίους και τους γονείς του-, αλλά και την τρομοκρατική επίθεση με το δηλητηριώδες χημικό αέριο σαρίν στο μετρό του Τόκιο, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Τότε γράφει το Μετά το σεισμό, έξι μικρές ιστορίες για την ανθρώπινη κατάσταση και τη βία που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια του σύγχρονου κόσμου, που στο μυαλό του συνθέτουν «ένα “οργανικό μουσικό σύνολο”, παρά μια συλλογή διηγημάτων».

Η αναφορά του στη λογοτεχνία με μουσικούς όρους κάθε άλλο παρά αθώα είναι. «Πάντα άκουγα τζαζ με τόση προσήλωση και προσοχή, που πλέον έχω το ρυθμό μέσα μου», παραδέχεται. «Έτσι όταν γράφω μυθιστορήματα και διηγήματα, πάντα πιάνω το ρυθμό τους». Όμως εκτός από τζαζ (αγαπημένος του μουσικός είναι ο Stan Getz), αγοράζει με κλειστά μάτια και κάθε νέο CD των Red Hot Chili Peppers, των Radiohead και των REM. Οι φήμες θέλουν τη συλλογή των δίσκων του να ξεπερνάει τις σαράντα χιλιάδες…

Κάποτε τον είχαν ρωτήσει ποιους τρεις δίσκους θα έσωζε, αν έπιανε φωτιά το σπίτι του:

«Δεν θα ήξερα ποιους να διαλέξω», είχε απαντήσει. «Θα τους άφηνα να γίνουν στάχτη. Θα έσωζα τη γάτα».

Βασίλης Κιμούλης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.