Δημήτρης Σωτάκης – Ο Θάνατος των Ανθρώπων

b179399Συνήθως στα μυθιστορήματα που διαβάζω, δεν με απασχολεί ιδιαίτερα το τέλος τους, όσο η αναγνωστική διαδρομή, που θα με οδηγήσει ως εκεί. Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη, συνέβη το ακριβώς αντίστροφο και δυστυχώς η κατάληξη μου άφησε μια μικρή απογοήτευση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι Ο Θάνατος των Ανθρώπων δεν είναι καλό μυθιστόρημα. Είναι ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο στα βήματα του κορυφαίου βιβλίου του,  απλά η ανατροπή που σχεδίασε ο συγγραφέας και με την οποία κλείνει το βιβλίο, δεν μίλησε πολύ σε εμένα, όσο μπορεί να μίλησε σε άλλους αναγνώστες.
Η υπόθεση έχει ως πυρήνα ένα φανταστικό χωριό, την Θάλχη, όπου οι κάτοικοι ζούνε γαλήνια και ήρεμα δουλεύοντας κυρίως τη γη, χωρίς δυστυχία και πόνο. Ήρωας και αφηγητής είναι ο Μάριος, ένας νέος κάτοικος του χωριού που στις πρώτες σελίδες ομολογεί το πόσο ευτυχισμένος είναι που ζει σε αυτό το ήρεμο χωριό. Όμως όλα αλλάζουν όταν τελείως ξαφνικά και αναίτια, εμφανίζεται ο θάνατος και αρχίζει να αφανίζει πρώτα τα ζωντανά και μετά τους ανθρώπους. Στην ήσυχη κοινότητα εμφανίζεται η ανασφάλεια, η απελπισία, ο τρόμος για το άγνωστο, η μοναξιά.  Οι κάτοικοι προσπαθούν να αποτρέψουν το κακό, να ξεδιαλύνουν το μυστήριο, μα κάποια στιγμή παραιτούνται και συνυπάρχουν μαζί του συνεχίζοντας τις ζωές τους, με έναν ιδιαίτερο παραλογισμό. Ο μόνος που αντιστέκεται είναι ο Μάριος, ο οποίος μετά την μέση του βιβλίου μένει σχεδόν μόνος του: Είχα μόνο τον εαυτό μου. Η αδερφή μου ζούσε μια σκοτεινή ανεξιχνίαστη ζωή, η Δέσποινα ζούσε στον δικό της κόσμο, παγιδευμένη σε ένα σπίτι παλεύοντας με τις λέξεις, και οι άνθρωποι του χωριού, μέρα με τη μέρα, μεταλλάσσονταν σε ανθρώπινα ξωτικά, χωρίς καρδιά και οίκτο μέσα τους. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι η ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να αλλοιωθεί και να τραβήξει άλλο δρόμο τόσο γρήγορα. Είχα την ψευδαίσθηση ότι η ευτυχία σε αυτό το χωριό θα ήταν παντοτινή, ότι θα παρέμεινε μέχρι την τελευταία μέρα που θα έκλεινα τα μάτια μου, πλακωμένος από το χρόνο, γαλήνιος και ευτυχής. Να όμως που είχα διαψευστεί με τον χειρότερο τρόπο, τώρα που αισθανόμουν μια απόκοσμη μοναξιά να με ρουφάει στη δίνη της, έρμαιο μιας τύχης  φτιαγμένης από ένα σατανικό υλικό, μιας τύχης που ποτέ δεν αναζήτησα, αλλά ήρθε μόνη της και μου χτύπησε την πόρτα.
Ο Σωτάκης ξέρει να υφαίνει επιτυχημένα κόσμους με αγχωτικό, κλειστοφοβικό κλίμα και αυτό το κάνει ιδιαίτερα επιτυχημένα και σε αυτό το βιβλίο του. Η κορύφωση της πλοκής έρχεται σταδιακά όσο προχωράει η ανάγνωση και μέχρι τα ¾ του βιβλίου είναι απολαυστική. Το κλείσιμο του όμως μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση όπως αναφέρθηκα και πιο πάνω.

Εκδόσεις: Κέδρος, 2012

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.