Stefan Zweig – Συντριβή μιας Καρδιάς

Ήταν ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια, ο γηραιός άντρας, στο σκοτεινιασμένο δωμάτιο. Μισοξύπνιος, μισοβυθισμένος στο όνειρο. Και τότε, στο σύνορο ύπνου και εγρήγορσης, ένιωσε: κάτι υγρό, ζεστό σαν να στάλαζε από κάπου (από κάποια πληγή που δεν την ήξερε και δεν τον πονούσε), αργά και αθόρυβα προς τα μέσα του, σαν να αιμορραγούσε μέσα στο ίδιο του το αίμα. Δεν προκαλούσε πόνο αυτή η αόρατη, απαλή ροή. Απαλά, σαν δάκρυα χλιαρά στο κύλισμα τους, στάλαζαν οι σταγόνες και η κάθε μια χτυπούσε το κέντρο της καρδιάς. Όμως η καρδιά, η σκοτεινή, δεν έβγαζε άχνα, σιωπηλά ρουφούσε μέσα της το ξένο ρεύμα. Σαν σφουγγάρι το ρουφούσε, κι όλο βάραινε και βάραινε, άρχισε κιόλας να φουσκώνει, πίεζε κιόλας τη στενή φυλακή του θώρακα. Όλο και πιο γεμάτη με την κάθε στιγμή που περνούσε, ξέχειλη από το ίδιο της το βάρος, άρχισε να πιέζει απαλά προς τα κάτω, να τανύζει τα στηρίγματα, να τραβάει τους μύες, όλο και πιο βαριά έσπρωχνε και πίεζε η πονεμένη καρδιά, έχοντας γίνει ήδη γιγαντιαία, υποχωρούσε κάτω απ’ το ίδιο της το βάρος.

Μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης
Εκδόσεις: Ροές, 2003

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s